kythera family kythera family
  

Iστορίες της ζωής

Άνθρωποι > Iστορίες της ζωής > ΕΛΕΝΗ ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ-ΚΟΜΗΝΟΥ

24027: Άνθρωποι > Iστορίες της ζωής

που υποβάλλονται από vasiliki Theocharopoulou επί 03.11.2017

ΕΛΕΝΗ ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ-ΚΟΜΗΝΟΥ

ΕΛΕΝΗ ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ-ΚΟΜΗΝΟΥ

 

Οικογένεια

Ο παππούς μου, Τζον Πανάρετος, γύρισε από την Αυστραλία το 1906. Παντρεύτηκε τη γιαγιά μου, Ελένη Κατσούλη, η οποία πέθανε στο χρόνο επάνω, 17 ημέρες μετά τη γέννα του πατέρα μου, Δημήτρη. Τον τάιζε από το γάλα της η Ειρήνη Πρινέα. Ο παππούς ξαναπαντρεύτηκε όταν ο πατέρας μου ήταν τριών ετών κι απέκτησε με την καινούρια του γυναίκα τέσσερα ακόμα παιδιά. Πέρασε δύσκολα ο πατέρας μου, έκανε όλες τις δουλειές. Πήγε στην Αθήνα όταν πέθανε ο παππούς, και δούλεψε στο καφενείο ενός ξαδέλφου του, Νίκου Κορωναίου. Στην Αθήνα έκατσε χρόνια, εκεί γνώρισε και τη μητέρα μου,Θεοδώρα,  που έμενε τότε σε μια θεία της. Η μητέρα μου ήταν από τα Λογοθετιάνικα, το γένος Γαλακάτου. Παντρεύτηκαν και έμεινε έγκυος σε εμένα.Το 1938, που ήταν όλος ο κόσμος άνω κάτω, ήρθανε για λίγο στο νησί, έπειτα ξέσπασε ο πόλεμος κι έμειναν εδώ. Εγώ γεννήθηκα στις 26 Οκτωβρίου του 1938 στο σπίτι, στην Αγία Τριάδα. Τώρα το σπίτι είναι ένα χάλασμα, μόνο ένας τοίχος υπάρχει. Ο αδελφός μου ο Τζον γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου του 1940, ο Τζορτζ στις 23 Απριλίου του 1943, η αδελφή μου η Ειρήνη στις 7 Αυγούστου του 1945 και μετά ο συγχωρεμένος ο αδελφός μου Αιμίλιος, τον Ιούλιο του ‘48. Αυτόν τον χάσαμε το 2011.

Η οικογένεια χωρίστηκε. Τα τρία αδέλφια μου στην Αυστραλία και εγώ με τον Αιμίλιο μείναμε εδώ. Πρώτη φορά ξεκίνησα να πάω στην Αυστραλία όταν ήμουνα 11 ετών. Είχανε βγάλει εισιτήριο και διαβατήριο. Αλλά ο θείος μου έβαλε τον πατέρα μου να υπογράψει, ότι αν πάθω κάτι, εκείνος να μην έχει καμία ευθύνη. Ο πατέρας μου θύμωσε όταν διάβασε το χαρτί και το έσκισε. Και δεν πήγα πουθενά. Μετά, όταν ήμουνα 18 ετών κι ενώ ο αδελφός μου ο Τζον ήταν ήδη στην Αυστραλία, η θεία μου ήθελε να με πάρει, αλλά ο ξάδελφός μου έλεγε δήθεν αστεία ότι όταν θα πάω, θα με λανσάρει για κορίτσι του. Το άκουσε αυτό η θεία μου και θύμωσε. Τότε έγραψε στον πατέρα μου να με παντρέψει, ώστε να πάω στην Αυστραλία με τον άντρα μου και να αποφύγουμε  τέτοια προβλήματα. Και παντρεύτηκα με σκοπό να πάω στην Αυστραλία.

 

Ο άντρας μου, ο Αντρέας, δυο χρόνια προσπαθούσε να μου μιλήσει και εγώ δεν ανταποκρινόμουνα, γιατί ναι μεν ήταν ωραίος, αλλά του άρεσε η βόλτα, το κυνήγι, το καφενείο κι εγώ ήθελα να πάρω έναν νοικοκύρη… Τελικά βρήκε τον πατέρα μου και του είπε πως με συμπαθεί και θέλει να με παντρευτεί χωρίς καμία προίκα. Ο πατέρας μου δέχτηκε και μου είπε: «Ελενίτσα μου, πάρ’τον, είναι καλό παιδί, είστε μικροί ακόμα, θα τον φτιάξεις όπως θέλεις και μεγαλώνοντας όλα θα είναι καλά». Παντρευτήκαμε αλλά δε φύγαμε για την Αυστραλία, μείναμε στο σπίτι της προ-γιαγιάς μου στα Παναρετιάνικα.Ούτε ρεύμα είχαμε τότε ούτε τίποτα. Καθίσαμε εκεί εφτά χρόνια.. Εκεί έκανα την Αναστασία και το Θόδωρο.

Βοηθούσα στα χωράφια των πεθερικών μου. Μάζευα και τα δικά μου χωράφια και έραβα. Μάζευα μόνη μου πολλές ελιές, 300 μουζούρια. Από αρχές Οκτώβρη μέχρι τέλος Φεβρουαρίου, όταν υπήρχαν και δεν είχανε πέσει. Μια χρονιά όμως έσπασε μια ελιά και έπεσε και έσπασα το πόδι μου σε δύο κομμάτια. Είχα τότε την Αναστασία και τον Θόδωρο μωρό. Πήγα στην Αθήνα και έπρεπε να κάνω εγχείρηση γιατί θα έμενε κοντύτερο το ένα πόδι μου κατά 4 πόντους. Ο σύζυγός μου δεν ήθελε να κάνω εγχείρηση γιατί φοβότανε εκείνος αντί για εμένα. Ήμουνα μόλις 26-27 χρονών και ήθελα να περπατάω και όχι να κουτσαίνω! Και έτσι έκανα την εγχείριση τελικά κι έλειψα έπειτα 6 μήνες. Η μητέρα μου προσέχε τα παιδιά όσο ήμουνα στην Αθήνα. Όταν επέστρεψα στο νησί με τις πατερίτσες η Αναστασία μου φοβήθηκε και έκλαιγε. Ο Θόδωρος, που ήταν τότε 2 ετών, δεν με αναγνώριζε και δεν μου μιλούσε. Μετά από 2 εβδομάδες πήρα μια κουβέντα του. Φώναζε τη γιαγιά του «μαμά». Έπειτα από 2 μήνες έπρεπε να ξαναπάω στην Αθήνα να μου βγάλουν τα σίδερα. Ο Θόδωρος τότε με παρακάλεσε κλαίγοντας να μην αργήσω να γυρίσω, γιατί δεν ήθελε να με ξεχάσει πάλι... Στη συνέχεια, έμεινα έγκυος στη Δήμητρα.

 

Κατοχή

Ο πατέρας μου είχε καφενείο στον Ποταμό με μηχανή που έκοβε και άλεθε τον καφέ. Όταν η μαμά μου καβούρδιζε τον καφέ, μοσχοβολούσε όλη η πλατεία. Ο κόσμος από την πλατεία έλεγε: «πάμε στου Πανάρετου που μοσχομυρίζει ο καφές του». Έρχονταν κόσμος με τα γαϊδουράκια του και τις πραμάτειες του από τα άλλα χωριά και σταματούσαν να πιουν καφέ. Στην Κατοχή όμως, όλα ήτανε κλειστά. Χρήματα δεν υπήρχαν και ο πατέρας μου έκανε διάφορες δουλειές. Είχε έναν φίλο που είχε τράτα και βοηθούσε στο μάζεμα των διχτυών. Πήγαινε μαζί του για ψάρεμα κάτω στην Πελαγία, στη Λαγκάδα. Για να φτάσει στην Πελαγία και επειδή είχε μόνο ένα ζευγάρι παπούτσια, πήγαινε όλο το δρόμο τον αμαξωτό  ξυπόλητος, να μη τα χαλάσει. Όταν έφτανε κοντά στο γιαλό, τότε τα έβαζε, για να μην πατάει αγκάθια και τον αγκυλώνουν οι πέτρες. Βγάζανε, λοιπόν, ψάρια και ανάλογα με την ποσότητα, αυτός που είχε το καΐκι, κράταγε τα μισά και τα άλλα μισά τα μοίραζε στους εργάτες. Τον πατέρα μου τον είχαν για πρώτο εργάτη, ίσως γιατί ήταν δυνατός. Θυμάμαι είχε ένα καλάθι που έβαζε τα ψάρια και βγαίνανε οι γειτόνισσες και κάνανε στα κρυφά ανταλλαγές. Η μια του έδινε μια κατσαρόλα λάδι που την είχε κρύψει κάτω από την ποδιά της, η άλλη έφερνε μια πετσέτα με αλεύρι. Έτσι δεν πεινάσαμε στην Κατοχή, γιατί έκαναν ανταλλαγή. Οι γυναίκες εκεί στη γειτονιά είχανε βόδια, είχανε περιουσία,τα κορίτσια τους όλα δουλεύανε, θερίζανε και σπέρνανε τα χωράφια τους. Όχι σαν και τώρα που έχουν αφήσει όλα τα χωράφια να γεμίσουνε αγκάθια και τα κάνανε δασικά. Δε μας αφήνουν ούτε ξύλα να κόψουμε στο δικό μας χωράφι. Τότε μας υποχρεώνανε να καθαρίζουμε τα χωράφια. Θυμάμαι τον παππού μου που καθάριζε τις εμπασίες, το δρομάκια, τα μονοπάτια και τα λαγκάδια για να μην υπάρχει ούτε ένα κλαδάκι, ώστε να μην πάρει φωτιά το καλοκαίρι. Τώρα όλα έχουνε δασέψει και τα παίρνει το δασαρχείο και δεν ορίζουμε τα χωράφια μας. Άσε που με τις ανεξέλεγκτες γεωτρήσεις έχουν εξαντλήσει τα νερά στον τόπο! Αυτά είναι...

Η μαμά μου είχε όλο μωρά. Εγώ δεν πήγαινα σχολείο τότε και με εμπιστευότανε όταν ήμουνα παιδάκι 4-5 χρονών να πηγαίνω σε ένα ποταμάκι πίσω από το νεκροταφείο του Ποταμού. Εκεί καθόμουνα όλη μέρα και έπλενα τις πάνες των μωρών. Τότε δεν ύπηρχαν πάνες μιας χρήσης όπως τώρα. Μου έδινε και μια προβάτα μαζί να ταΐσω. Έφευγα το πρωί με έναν μπόγο άπλυτα και γύριζα το βράδυ. Όταν τύχαινε να αργήσω, έβγαινε με το μωρό παραπάνω και με φώναζε να δει αν έρχομαι.

 

Σχολείο

Από 5 χρόνων παιδάκι δουλεύω. Όταν γεννήθηκε ο αδελφός μου ο Αιμίλιος, το 1948, αυτή την χρονιά με βγάλανε από το σχολείο. Ήμουνα στην προτελευταία τάξη του δημοτικού. Γιατί η μαμά μου είχε χτυπήσει το πόδι της και έπρεπε να είναι κάποιος για το παιδί, που ήτανε μωρό. Όταν μεγάλωσε ο Αιμίλιος με έλεγε «μαμά», γιατί πάντα εγώ τον πρόσεχα. Ύστερα συνέχισα το σχολείο, όταν η μαμά μου έγινε καλά. Τελείωσα το δημοτικό δεκατριών ετών στο σχολείο του Ποταμου. Τότε πηγαίναμε και πρωί και απόγευμα σχολείο, το Σάββατο πηγαίναμε μόνο το πρωί. Τα παιδάκια από την Αγία Αναστασία και την Αγία Πελαγία, επειδή δεν υπήρχε σχολικό, κάθονταν όλη μέρα στο σχολείο. Είχανε το φαγητό τους και τρώγανε και συνεχίζανε το μάθημα το απόγευμα. Τότε δε μας κοιτάζανε και πολύ να μάθουμε γράμματα. Θυμάμαι του δάσκαλό μας του άρεσε να κάνει γυμναστικές επιδείξεις και θέατρα. Διθέσιο ήταν το σχολείο, τρεις αίθουσες ήταν. Πρώτη-δευτέρα, τρίτη-τετάρτη, πέμπτη-έκτη. Τότε, όσα ήταν πλουσιόπαιδα παίρνανε καλούς βαθμούς. Τα φτωχόπαιδα, τρώγανε και ξύλο. Ο πατέρας μου, θύμωνε πολύ με το δάσκαλο- ήταν και δεύτερός του ξάδελφος-και μια φορά που με χτύπησε πάρα πολύ άσχημα, όχι για το μάθημα, παρά για κάτι κουτσομπολιά που δεν είχα ιδέα, πήγε ο πατέρας μου να τον βρει και του είπε: «Άκου να σου πω Δάσκαλε! Το παιδί μου δεν το μεγάλωσα εγώ, για να το ξυλοκοπάς εσύ! Θα σου κάνω αναφορά και ας είσαι και ξάδελφός μου. Έχω απαίτηση από εσένα, να το συμβουλεύεις το παιδί μου!»

Έβγαλα λοιπόν το σχολείο και μετά πήγα σε μια σχολή του ΟΑΕΔ στον Ποταμό όπου μαθαίναμε οικοκυρικά. Επίσης έκαμα 4 χρόνια ράψιμο και 1 χρόνο κοπτική. Λέω στην εγγονούλα μου καμιά φορά ότι είμαι ανάξια και εκείνη μου απαντάει : «Βρε γιαγιά μου, τι ανάξια είσαι εσύ που κάνεις τόσο ωραία πράγματα; Ράβεις σε όλους μας, μαγειρεύεις, ζυμώνεις, κάνεις πολλά πράγματα! Εγώ θα γίνω έτσι όταν θα μεγαλώσω;»

 

Εργασία

Ο σύζυγός μου ήτανε μαραγκός και καλός μάστορας. Βοηθούσε πολύ τους γονείς του, γιατί οι κακόμοιροι ήτανε αγρότες, είχανε δυο βόδια και όργωναν δυο μικρά χωραφάκια. Είχανε κι άλλα παιδιά, δυσκολίες...

Εγώ είχα ζητήσει δουλειά στο νοσοκομείο, ακόμη και καθαρίστρια να με παίρνανε γιατί το είχα ανάγκη.Τελικά με προσλάβανε για μαγείρισσα, όταν άνοιξε η θέση και ζητούσαν κάποιο υπεύθυνο άτομο.

Εν τω μεταξύ ήμουνα και ταμαχιάρα! Είχα μποστάνι, είχα περιβόλι, είχα κατσίκες, είχα πρόβατα, άρμεγα, έκανα τυρί και δούλευα και στο νοσοκομείο. Και έτσι δεν προλάβαινα! Τι να πρωτοκάνω…Το σπίτι μου; Τα παιδιά μου; Τα περιβόλια μου; 

Όταν ο πατέρας μου πέθανε, η μητέρα μου πήγε στην Αυστραλία κι έτσι δεν είχα βοήθεια στο σπίτι. Είχα μία κοπέλα και την πλήρωνα να μου κρατάει το μωρό. Τα άλλα τα παιδιά τα έπλενα εγω και τους μαγείρευα πριν πάω στη δουλειά. Με βοηθούσε βέβαια και η Τασούλα μου, η μεγάλη μου κόρη, η οποία από 10 ετών ήξερε να μαγειρεύει πεντανόστιμα γεμιστά!

Από τα περιβόλια μου πολλές φορές μάζευα χόρτα και τα μαγείρευα για τους άρρωστους στο νοσοκομείο ή έκοβα λεμόνια από τον κήπο μου και τους έδινα να βάλουν στη σούπα τους. Όταν δεν είχε νερό, κουβαλούσα από τα πηγάδια και τις πηγές, για να πλύνω και να μαγειρέψω. Κανείς δε με βοηθούσε. Όταν δεν είχε ρεύμα, ζύμωνα και άναβα τον ξυλόφουρνο που είχε μια γειτόνισσα για να ψήσω. Έδωσα μεγάλο προσωπικό αγώνα στη δουλεία αυτή.

Δούλεψα στο νοσοκομείο 26 χρόνια, αλλά δυστυχώς, τότε δε βάζανε ένσημα όπως έπρεπε και μου φάγανε 15 χρονών ένσημα. Ενώ δούλευα και πληρωνόμουν, δεν είχα ασφάλεια. Όταν κατέθεσα τα χαρτιά μου να πάρω τη σύνταξη, μόνο 7 χρόνια παρουσιάστηκαν ότι δούλεψα. Σήμερα με τις μειώσεις στις συντάξεις και τα επικουρικά, κοντεύουν να μη φτάνουν τα χρήματα ούτε για τα απαραίτητα.

 

Αυστραλία

Στην Αυστραλία πήγα για πρώτη φορά το 1987 , όταν πάντρεψα το γιό μου, τον Θόδωρο. Έκατσα τότε 3 μήνες και μετά πήγα άλλους τρεις μήνες το 2007. Η τελευταία φορά που πήγα ήταν το 2012, αλλά έκατσα για πολύ λίγο, γιατί έπρεπε να επιστρέψω στον άντρα μου, ο οποίος φοβάται τα αεροπλάνα και για αυτό δεν ταξιδεύει ποτέ.

Την πρώτη φορά που πήγα στην Αυστραλία, σπάνια έβλεπες έναν Κινέζο. Τη δεύτερη φορά που πήγα, ήταν πολύ περισσότεροι. Κοντεύεις να μη βλέπεις τόσους Αυστραλούς όσο Κινέζους.  Επίσης κατάλαβα ότι στις επιχειρήσεις, δουλεύει όλη η οικογένεια. Από το μικρότερο μέχρι το μεγαλύτερο. Δεν παίρνουν ξένους στη δουλειά να πληρώνουνε μερόκαμα. Πάντως, φτώχεια έχει και στην Αυστραλία. Έβλεπα κόσμο στα πάρκα που σκύβανε να βρούνε γόπες από τσιγάρα για να καπνίσουνε. Εκεί, λίγοι είναι οι άνθρωποι που έχουνε άνεση, δεν είναι όλοι πλούσιοι. Αυτοί που έχουνε κάνει λεφτά έχουνε βέβαια πολλές δουλειές, δεν ξοδεύουν  τίποτα και για αυτό γίνονται πλούσιοι.Ενώ οι δικοί μας, οι περισσότεροι παίζουνε τζόγο. Τα αδέλφια μου δεν παίζανε τζόγο, αλλά δε γίνανε και πλούσιοι. Κάνανε χρήματα, αλλά όχι πολλά πράγματα, παρότι έφυγαν πολύ νέοι. Ζήσανε καλά αλλά όχι με πλούτη. Γιατί βοηθούσανε και εμάς. Τον πατέρα μου τον βοηθήσανε πολύ τα αδέλφια μου.Τον αδελφό μου τον Τζον είχα να τον δω 34 χρόνια, είχε φύγει 13 ετών. Όταν έφτασα στο αεροδρόμιο και με είδε, πήδηξε τα κάγκελα για να έρθει να με βρει. Οι άνθρωποι του αεροδρομίου τον μαλώσανε και εκείνος του είπε : «θέλω να δω την αδελφή μου που έχω να τη δω 34 χρόνια»! Αλληλογραφούσαμε, αλλά όχι τακτικά, γιατί όταν παντρεύτηκα, είχα τις δουλειές μου, τα παιδιά, δεν είχα χρόνο για τίποτα. Ούτε στην πλατεία δεν έβγαινα, μόνο στην εκκλησία πήγαινα όποτε μπορούσα…

 

Τότε και τώρα

Στα χρόνια μου έβγαινες έξω και άκουγες μια καλημέρα, μια καλή κουβέντα. Υπήρχε φτώχεια, αλλά εκτιμούσε ο ένας τον άλλον. Τα αγόρια σέβονταν τα κορίτσια, ποτέ δεν τα προσβάλανε. Όταν πηγαίναμε στους χορούς στο Αστικό Σχολείο ή στην κοινότητα που είναι τώρα η Εθνική Τράπεζα- τότε γινόντουσαν χοροεσπερίδες-για να με χορέψει εμένα ένα παιδί, έπρεπε να ρωτήσει τον πατέρα μου αν του επιτρέπει να χορέψει μαζί μου ένα τσάμικο, ένα συρτό ή ένα βαλς. Τώρα κάνουνε κλίκες και το κουτσομπολιό είναι πρώτο από όλα. Τα χρόνια εκείνα δεν ήταν έτσι. Όλη η γειτονιά βοηθούσε ο ένας τον άλλον. Όταν εγώ ήμουνα μωρό και η μαμά μου έπρεπε να πάει για νερό, οι γειτονοπούλες με προσέχανε όσο η μάνα μου έλειπε. Δεν θέλανε ούτε πληρωμή, ούτε τίποτα. Ένα φίλεμα ή ένα ευχαριστώ ήταν αρκετό. Τώρα για να κάνουνε ένα θέλημα, θέλουν να τους δώσεις το λιγότερο 5 ευρώ και ούτε που αξίζει για τόσο το θέλημα. Και το «καλημέρα» θέλει πληρωμή. Εγώ όλη τη γειτονιά βοηθούσα. Ήταν μια γιαγιά που δεν έβλεπε η καημένη καλά και με περίμενε στην πόρτα όταν γύριζα από το σχολείο και άλλοτε μου ζητούσε να της περάσω μια κλωστή από τη βελόνα, άλλοτε είχε καθαρίσει πατάτες και κρεμμύδια και ήθελε να της ανάψω φωτιά και να της μαγειρέψω. Ήτανε μονάχη της και ζητούσε βοήθεια από τους περαστικούς και κυρίως από εμένα.

Τότε λοιπόν ήμασταν φτωχοί αλλά ήμασταν αγαπημένοι. Σεβόταν ο ένας τον άλλον. Δεν ξέρω τι έφταιξε και άλλαξαν τόσο οι άνθρωποι...

 

Οι χαρές της ζωής

Οδηγάω από πολύ νέα, πήγα στην Αθήνα το 1983 και έμαθα να οδηγώ. Ο άντρας μου δεν ήθελε να πάρω αυτοκίν&

Leave a comment